| Η σπηλιά του Αρθούρου |
![]()
|
Πριν από πολλά χρόνια, οι αγρότες της Ουαλίας έστελναν τα βοοειδή τους στην Αγγλία για πούλημα. Οι ζωέμποροι τα φρόντιζαν και περπατούσαν μαζί τους στο δρόμο για το Λονδίνο. |
Μια μέρα ένας από τους ζωέμπορους έφτιαξε ένα μπαστούνι για τον εαυτό του από το κλαδί ενός δέντρου. Φτάνοντας στο Λονδίνο συνάντησε στο δρόμο ένα Μάγο που ήθελε να μάθει από ποιο δέντρο ήταν φτιαγμένο το μπαστούνι, και ο ζωέμπορος του είπε. |
|
|
Ο ζωέμπορος πήγε το Μάγο πίσω στο δέντρο
από όπου ήταν το μπαστούνι. Και οι δύο τους
άρχισαν να σκάβουν στη βάση του δέντρου.
Βρήκαν μερικά σκαλιά που οδηγούσαν κάτω σε μια σπηλιά. |
Μπήκαν στη σπηλιά και εκεί βρήκαν ένα θησαυρό, μερικούς ιππότες με πανοπλίες και ένα στρογγυλό τραπέζι. Ο Μάγος εξήγησε ότι αυτοί ήταν ο βασιλιάς Αρθούρος και οι ιππότες του και ότι έπρεπε να είναι προσεχτικοί για να μην τους ξυπνήσουν. |
|
![]() |
Ο μάγος μάζεψε όσο περισσότερο χρυσάφι μπορούσε στις τσέπες του. Σε ένα άλλο μέρος της σπηλιάς υπήρχε ένα κουδούνι και ο ζωέμπορος χτύπησε το κουδούνι. |
Ένας από τους στρατιώτες φώναξε: «Ποιος χτύπησε το κουδούνι; Είναι η Ουαλία έτοιμη για μας;» «Όχι. Πηγαίνετε πάλι για ύπνο», επανέλαβε ο Μάγος. Ακόμα μερικοί στρατιώτες ξύπνησαν από τον ύπνο τους και ο Μάγος είπε: «Κοιμηθείτε μεγαλειότατοι». Ο βασιλιάς και οι ιππότες του πήγαν για ύπνο για μια φορά ακόμη. |
|
![]() |
Ο ζωέμπορος και ο Μάγος έτρεξαν έξω από τη σπηλιά και ο ζωέμπορος εξαφανίστηκε για πάντα. Για μήνες μετά ο Μάγος έψαχνε την είσοδο της σπηλιάς, αλλά ποτέ δεν τη βρήκε, και ο βασιλιάς Αρθούρος με τους ιππότες του ακόμα κοιμούνται, περιμένοντας να τους φωνάξουν για να βοηθήσουν την Ουαλία την ώρα που αυτή τους χρειαστεί. |