Πατουφετ |
![]()
|
Μια φορά κι έναν καιρό
υπήρχε ένα αγόρι τόσο μικροσκοπικό που οι γονείς
του το φώναζαν Πατουφέτ (που σημαίνει «πολύ
μικρός») . Μια μέρα η μαμά του του είπε:
«Πατουφέτ, πήγαινε στον παντοπώλη και αγόρασε λίγο σαφράν σε παρακαλώ.» Ο Πατουφέτ είπε αντίο στη μαμά του και έφυγε. |
Όταν έφτασε στο παντοπωλείο έπρεπε να φωνάξει πολύ δυνατά στο μαγαζάτορα. «Εε, εγώ είμαι! Εδώ είμαι! Θέλω λίγο σαφράν παρακαλώ!» Ο Πατουφέτ ήταν τόσο μικροσκοπικός! Ο παντοπώλης μόλις που τον είδε. |
|
|
Αλλά ο Πατουφέτ, που ήταν πολύ γενναίος, ήρθε πίσω στο σπίτι με το σαφράν για τη μαμά του. Αυτή ήταν τόσο χαρούμενη που είχε ένα τόσο θαυμάσιο παιδί, ώστε τον ρώτησε: «Τώρα Πατουφέτ, θέλεις να πας στο δάσος και να δώσεις φαγητό στον μπαμπά;» Και ο Πατουφέτ φυσικά απάντησε: «Ναι, μαμά!» Πήρε ένα βαρύ καλάθι με το γεύμα του μπαμπά του και έφυγε. |
| Αλλά στο δρόμο για το δάσος άρχισε να βρέχει και ο Πατουφέτ αποφάσισε να περιμένει κάτω από ένα λάχανο μέχρι να σταματήσει η βροχή! Μια πεινασμένη αγελάδα ήταν εκεί κοντά. Η αγελάδα αποφάσισε να φάει εκείνο το λάχανο και επειδή ο Πατουφέτ ήταν τόσο μικροσκοπικός, η αγελάδα δεν τον είδε και τον έφαγε μαζί με το λάχανο. |
|
![]() |
Αργότερα οι γονείς του κατάλαβαν ότι χάθηκε και άρχισαν να τον ψάχνουν φωνάζοντας: «Πατουφέτ, που είσαι;». Τελικά άκουσαν μια μικρή φωνή: «Είμαι στο στομάχι της αγελάδας. Εδώ δε βρέχει αλλά έχει ήλιο.» |
Οι γονείς του άρχισαν να ταΐζουν την αγελάδα. Η αγελάδα γινόταν όλο και πιο παχιά μέχρι που έσκασε και βγήκε ο Πατουφέτ! Και αυτό είναι όλο. |
|