| ΤΟ ΑΛΕΥΡΙ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ, ΤΗΣ ΑΛΕΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ |
![]()
![]() |
Μια μέρα ο Λύκος, η Αλεπού και η Αρκούδα θέρισαν τη σοδειά. Ο Λύκος άρχισε να ξεδιαλέγει τη σοδειά. Οι σπόροι πήγαν στον πρώτο σωρό, τα φύλλα στο δεύτερο και το άχυρο στον τρίτο σωρό. Τότε η Αρκούδα ρώτησε πώς θα έπρεπε να μοιράσουν τη σοδειά μεταξύ τους. «Ο μεγαλύτερος από εμάς θα πάρει το μεγαλύτερο σωρό!», είπε η Αλεπού. «Πολύ καλά», είπαν η Αρκούδα και ο Λύκος. |
| Έτσι η Αρκούδα πήρε
το μεγαλύτερο σωρό που ήταν τα άχυρα. Ο Λύκος πήρε το δεύτερο μεγαλύτερο σωρό, δηλαδή τα φύλλα, και η αλεπού το μικρότερο σωρό, δηλαδή τους σπόρους. Μετά πήγαν στο μύλο να αλέσουν τα μερίδιά τους. Οι πέτρες της Αρκούδας έλεγαν «γουίζ-γουίζ» και του Λύκου οι πέτρες έλεγαν «γουίζ-γουίζ», αλλά της Αλεπούς οι πέτρες έλεγαν «ραμπλ-ραμπλ». |
![]() |
![]() |
-Γιατί οι πέτρες σου λένε «ραμπλ-ραμπλ»; Οι δικές μας πέτρες λένε «γουίζ-γουίζ», ρώτησε ο Λύκος. -Έριξα μερικά χαλίκια ανάμεσα στις πέτρες μου. Γιατί δε ρίχνετε κι εσείς μερικά χαλίκια στις πέτρες σας; Είπε η Αλεπού. Τότε του Λύκου και της Αρκούδας οι πέτρες άρχισαν να λένε «ραμπλ-ραμπλ». |
Όταν ο Λύκος και η Αρκούδα πήραν τη σοδειά του καλαμποκιού τους αλεσμένη, σκέφτηκαν για λίγο και κοίταξαν το αλεύρι τους. Ρώτησαν την Αλεπού: -Γιατί το αλεύρι σου είναι τόσο ανοιχτόχρωμο και το δικό μας τόσο σκουρόχρωμο; -Το βύθισα στον αφρισμένο ποταμό, απάντησε η αλεπού. |
![]() |
![]() |
Η Αρκούδα και ο Λύκος πήγαν στο ποτάμι και βύθισαν το αλεύρι τους εκεί. Τελικά τους έμεινε πολύ λίγο αλεύρι. Το περισσότερο πήγε στο ποτάμι. Μετά μαγείρεψαν χυλό. Όταν ο χυλός ήταν έτοιμος τον μύρισαν και τον δοκίμασαν. Ο Λύκος και η Αρκούδα ρώτησαν την Αλεπού: -Γιατί ο χυλός σου είναι τόσο ανοιχτόχρωμος και ο δικός μας τόσο σκουρόχρωμος; |
| -Λοιπόν, πήγα στην κορυφή της καμινάδας και έλιωσα λίγο λίπος από την ουρά μου πάνω στο χυλό. Ο Λύκος και η Αρκούδα πήγαν στην κορυφή της καμινάδας και έγιναν κατάμαυροι απ’ τον καπνό, φτερνίστηκαν και έπιασαν την Αλεπού και της έδωσαν ένα γερό χέρι ξύλο. Αυτά έπαθε η Αλεπού. |
![]() |
![]() |